20/9/07

(Εμπνευσμένο από το Τώρα που ο κουρνιαχτός κατακάθησε του Θερμεσίλαου και αφιερομένο στον φίλο του Τ.)
Σε δυο γειτονικά ημιορεινά χωριά του προικισμένου τόπου μας το ανάγλυφο είναι τόσο τραχύ και απότομο που οι κάτοικοι συχνά πυκνά καλούνται να δαμάσουν τα στοιχεία της φύσης. Τα δυο αυτά χωριά βρίσκονται αντικριστά στις πλαγιές μιας απόκρημνης χαράδρας που στη βάση της το χειμώνα ανάμεσα σε κέδρους και πλατάνια ρέει ένα ποτάμι. Το τοπίο είναι μαγευτικό και κυρίως για τους επισκέπτες που απολαμβάνουν την αποθέωση της ελληνικής χλωρίδας και πανίδας μέσα σ’ αυτό το μαγευτικό παραδεισένιο περιβάλλον. Για τους γηγενείς, όμως, ο τόπος πέρα από ομορφιά τους γεμίζει και με πολλές σκοτούρες. Όταν ο χειμώνας είναι δριμύς το ποτάμι φουσκώνει, το φράγμα που φτιάξανε για να μαζεύεται το νερό και να ποτίζουν τα χωράφια τους δεν αντέχει, σπάει, τους καταστρέφει τις σοδιές και δεν έχουν και νερό το καλοκαίρι για τις καλλιέργειες. Επιπλέον, ίδιον των ελλήνων είναι και οι αλληλοκατηγορίες και οι αφορισμοί. Κατηγορεί το ένα χωριό το άλλο ότι βοήθησε λιγότερο στη συντήρηση του φράγματος, ότι δεν βάζει γερά υλικά, ότι σπαταλά νερό και άλλα πολλά.
Μαζευτήκαν, λοιπόν, ένα καλοκαίρι στους πρόποδες του φαραγγιού οι κάτοικοι των δύο χωριών και αποφασίσαμε να αναλάβουν την κατασκευή και συντήρηση του φράγματος κάθε φορά αποκλειστικά το κάθε χωριό. Η αλλαγή στις εργασίες θα γίνεται άπαξ και το φράγμα υπολειτουργεί ή καταστραφεί. Ως αντίκρισμα για τις εργασίες του το κάθε χωριό θα απολαμβάνει το προνόμιο της μεγαλύτερης ποσότητας νερού για το πότισμα των χωραφιών καθώς και την προτεραιότητα σε αυτό σε περιπτώσεις έντονης άρδευσης. Συμφώνησαν, έριξαν κλήρο για το ποιος θα αναλάμβανε την «διαφραγμάτευση» και όρισαν ως διαιτητή μια γιαγιά 105 χρονών που ήταν τόσο θεοσεβούμενη, στα όρια της θεοφοβίας που με τίποτα δεν θα κηλίδωνε την ψυχή της με ψέμα ή αδικία.
Ξεκίνησαν λοιπόν οι εργασίες και οι κάτοικοι του χωριού που έλαβαν το χρίσμα επέδειξαν τόση εργατικότητα και ζήλο, που τα αποτελέσματα ήταν θαυμάσια. Το φράγμα έγινε ψηλό και γερό, το ποτάμι ακόμα και τους πιο δυνατούς χειμώνες δεν ξεχείλιζε και όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Κάποια χρονιά όμως, τα ξύλα σπάσανε και το φράγμα διαλύθηκε. Η σοφή γριά αμέσως έκανε αυτοψία και έδωσε την ευθύνη του στο άλλο χωριό. Μα και αυτό με τη σειρά του, από λάθος ή από αβλεψία μετά από λίγα χρόνια έχασε το δικαίωμά του στο διαχείριση του φράγματος. Η ευθύνη έτσι πήγαινε και ερχότανε ανάμεσα στα δύο χωριά μέχρι που ένας έξυπνος πρόεδρος οραματίστηκε την ανάπτυξη του χωριού μέσα από το φράγμα. Επέστησε την προσοχή των κατοίκων στην σωστή φροντίδα και επαγρύπνηση και έτσι κατάφερε να κρατήσει υπό τη διοίκησή του έργο για 15 και πλέον χρόνια. Το όφελος της εκμετάλλευσης του νερού σιγά σιγά έφερνε και ευημερία στον τόπο τους. Οι παραγωγές στα χωράφια τους διπλασιάστηκαν, άγονα χωράφια έγιναν εύφορα και καλλιεργούνταν και αυτά, νερόμυλοι άλεθαν πιο εύκολα και γρήγορα τη σοδιά τους και όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Αντίθετα, στο απέναντι χωριό η απογοήτευση και η διχόνοια έκαναν την εμφάνισή τους. Ζήλευαν την προκοπή των άλλων και έπρεπε να βρουν τρόπο να πάρουν την διαχείριση του φράγματος αυτοί. Ήταν η σειρά τους τώρα να γίνουν πλούσιοι, από το να μένουν να κοιτούν παθητικά την πρόοδο των άλλων. Πήγαν λοιπόν στην σοφή γριά και τις είπαν πως μπορεί η δουλειά να γίνεται σωστά, κίνδυνος από πλημμύρα να μην υπάρχει, αλλά υπάρχουν και άλλα ζητήματα που πρέπει να λάβει υπόψη, τόσο σοβαρά που θα την αναγκάσουν να δώσει τη «διαφραγμάτευση» σε αυτούς. Συγκεκριμένα, τις λένε, οι άλλοι προφασίζονται ότι οι ανάγκες σε ξύλα για την ενίσχυση του φράγματος είναι τεράστια και έτσι προχωρούν σε συστηματική και μεγάλης έκτασης αποψίλωση και υλοτομία προς ίδιον όφελος. Καίνε τα ξύλα και ζεσταίνονται περισσότερο, τα πουλάνε και βγάζουν περισσότερα λεφτά. Επιδίδονται δηλαδή, σε παράνομο πλουτισμό και σε καταστροφή του φυσικού πλούτου. Αν δεν το αντιλαμβάνεται θα θεωρηθεί ότι εθελοτυφλεί και το να μην πράττεις την σωστό και το δίκαιο ο θεός δεν το επικροτεί, αντιθέτως το τιμωρεί. Η γριά μην θέλοντας να τα χαλάσει τώρα στο τέλος με τα πιστεύω της, δέχτηκε τις αιτιάσεις τους και έκρινε δίκαια τα αιτήματά τους. Εντυπωσιάστηκε, δε, από την ευαισθησία τους σε θέματα που αφορούν το περιβάλλον και το κοινό όφελος. Τους έδωσε το δικαίωμα στην διαχείριση του φράγματος και έκρινε τους άλλους ακατάλληλους.
Οι άλλοι θορυβήθηκαν. Χάνουν πλέον την πολυπόθητη εξουσία και το ενδεχόμενο να βυθιστεί το χωριό τους ξανά στην φτώχια μοιάζει εφιάλτης. Θεωρούν πλέον την γριά ανεπαρκή να έχει ένα τόσο σημαντικό ρόλο και ότι επηρεάζεται εύκολα. Πιστεύουν ότι η απόφασή της ήταν άδικη και ότι έπρεπε να βρουν ένα τρόπο ώστε η δικαιοδοσία να ορίζεται από περισσότερους του ενός ανθρώπους, ώστε να μην χειραγωγούνται και να μην πλανώνται. Για να είναι δε ακέραιοι και ακριβοδίκαιοι στις αποφάσεις τους, αλλά και να δεχθούν να μπουν σε αυτή τη διαδικασία θα πρέπει να ωφελούνται και αυτοί. Κάτι θα πρέπει να κερδίζουν για να έχουν την προσοχή τους στραμμένη στο πρόβλημά τους. Όχι πολλά γιατί θα ζητήσουν δικαιώματα και θα έχουν απαιτήσεις, αλλά όχι και λίγα γιατί θα πάψουν να ενδιαφέρονται.
Κάλεσαν λοιπόν, τους κατοίκους των χωριών στα ριζά του βουνού και στον κάμπο, απ’ όπου περνάει το ποτάμι και τους εξήγησαν την κατάσταση. Τους είπαν ότι έχουν και αυτοί δικαίωμα στο ποτάμι, πως έχουν συμφέρον από την σωστή και αποτελεσματική λειτουργία του φράγματος και πως η γνώμη τους μετράει. Αφού τους εξήγησαν ότι δεν έχουν την πείρα και τη γνώση να αναλάβουν ένα τόσο μεγάλο έργο, ας το αναθέσουν δημοκρατικά σε κάποιο από τα δύο χωριά. Ας ψηφίσουν ποιο χωριό κρίνουν ότι θα φέρει το καλύτερο αποτέλεσμα και τα δυο χωριά θα υποκύψουν στην λαϊκή ετυμηγορία. Η γριά είναι ένα άτομο και ένα άτομο δεν πρέπει να επιβάλει την άποψή του στους πολλούς. Όλες οι εξουσίες πρέπει να πηγάζουν από το λαό, να υπάρχουν υπέρ αυτού και να ασκούνται όπως θα ορίσουν τα δυο χωριά, αφού εν τω μεταξύ και το χωριό που πήρε το χρίσμα τελευταία από τη γριά φοβούμενο την δυσαρέσκεια των υπολοίπων δέχθηκε να αποφασίσουν τα χωριά του βουνού και του κάμπου για το ποιος θα γίνει πλέον ο αρχηγός του ποταμού. Το θέμα τώρα είναι πως θα πείσουν τον κόσμο για το ποιο από τα δυο χωριά τους συμφέρει να αναδείξουν κυρίαρχο.
Το πρώτο χωριό λοιπόν τους λέει πως αν το επιλέξουν, μέσα σε λίγα χρόνια εργάτες έμπειροι θα φτιάξουν από ένα μικρό φράγμα σε κάθε χωριό για να διαχειρίζονται το νερό αποδοτικότερα.
Το δεύτερο απάντα, πως αυτό είναι ανέφικτο και ουτοπικό, αφού οι απαιτήσεις σε ξυλεία θα απογύμνωναν τα δάση. Όλα τα παραπάνω είναι ψέματα και λέγονται εκ του πονηρού. Αυτό που προτείνει είναι αντί για φράγματα να γίνουν νερόμυλοι σε κάθε χωριό, που και λιγότερη συντήρηση χρειάζονται και τα οφέλη είναι άμεσα.
Το πρώτο ανταπαντά πως το θα φτιάξει πλωτό καράβι για τις μετακινήσεις των χωριανών και την μεταφορά των εμπορευμάτων τους εύκολα και γρήγορα.
Το δεύτερο χωριό τονίζει ότι αυτό που βρίσκεται σε άμεση προτεραιότητα είναι η κατασκευή πλωτών και σταθερών γεφυρών σε κοντινά σημεία κατά μήκος του ποταμού. Το χαρακτηρίζει έργο πνοής, που θα τονώσει σημαντικά τις εμπορικές συναλλαγές των κατοίκων των χωριών και θα κάνει τις μετακινήσεις τους γρήγορες και ασφαλείς.

Η διαμάχη των δυο χωριών καλά κρατούσε. Τάζανε ότι περισσότερο μπορούσε ο καθένας. Σχέδια μεγαλεπήβολα, κατασκευές θεόρατες, κέρδη ασύλληπτα. Οι συγκεντρώσεις είχαν αρχίσει καλοκαίρι, έφτασε φθινόπωρο, κοντεύει να μπει ο χειμώνας μα συνεχίζουν ακόμα να μοιράζουν υποσχέσεις. Την πρώτη μέρα του χειμώνα είχαν ορίσει ως την ημέρα της τελικής απόφασης. Ήταν τέτοια η αντιπαλότητα που μέχρι και την τελευταία μέρα προσπαθούσαν να κερδίσουν υποστηρικτές. Τέτοια η ένταση που κανένας ως τότε δεν είχε προσέξει πως σχεδόν όλο το φθινόπωρο ο ουρανός δεν είχε ρίξει ούτε μια σταγόνα βροχής. Οι ψηφοφορία τελικά έγινε και νικητής βγήκε τελικά το χωριό που είχε την φαεινή ιδέα να τάξει μυστικά πως το ένα τρίτο των ψηφοφόρων του θα δουλεύουν τέσσερεις-τέσσερεις σε δουλειές που μπορεί να τις κάνει ένας μόνος του, όχι σε βάρδιες ανά οκτώ ώρες αλλά ταυτόχρονα! Η δουλειά δεν θα είναι χειρονακτική, θα είναι πολλή ελαφριά και για όσο το χωριό θα εκμεταλλεύεται το φράγμα, δεν πρόκειται να χάσουν την δουλειά τους.
Το χωριό-νικητής πλέον, είναι έτοιμο να καρπωθεί τα οφέλη της νίκης του, ενώ το χωριό- ηττημένος βρίσκεται σε δυσμένεια. Οι πρώτοι ξεκινούν την τήρηση των δεσμεύσεών τους, ενώ οι δεύτεροι αναζητούν τους τρόπους που θα πάρουν σύντομα ξανά το φράγμα στα χέρια τους. Τα ποσά που ξοδεύονται είναι τεράστια. Οι νικητές υπό το βάρος των υποσχέσεων αλλά και των προσδοκιών για παγίωση της ευμένειας των άλλων χωριών ώστε να του δίνει κάθε φορά και τα ηνία στο φράγμα, αρχίζουν τα έργα. Ξοδεύουν όλες τις οικονομίες τους και φτιάχνουν φράγματα. Δανείζονται και φτιάχνουν πλωτές γέφυρες. Υποθηκεύουν και φτιάχνουν καράβια, βάρκες, διορίζουν υπαλλήλους. Δεν τους νοιάζει που όλο το βιός τους είναι μετέωρο. Έχουν να λάβουν τα διπλάσια και τα τριπλάσια από το φράγμα.
Στην αντίπερα όχθη, το άλλο χωριό ανταγωνίζεται και εκείνο το πρώτο στα έξοδα. Κινούμενο κρυφά και φανερά, πληρώνει ανθρώπους για να κερδίσει την προτίμησή τους, φτιάχνει δρόμους, χαρίζει χρέη, δημιουργεί αρδευτικά κανάλια και αναβαθμίδες στα χωράφια τους για να είναι έτοιμο να καρπωθεί τον πλούτο του νερού όταν ξανακερδίσει την διαχείριση, κάνει έργα στα άλλα χωριά για να τους δελεάσει, ξοδεύει, δανείζεται, υποθηκεύει, ξέρει πως σύντομα θα τα πάρει πίσω τριπλά και τετραπλά.
Είχε πλέον μπει ο χειμώνας για τα καλά. Ένας χειμώνας που στο χωριό νικητής, ενώ άλλες χρονιές εύχονταν να είναι ήπιος και σύντομος, τώρα αντίθετα παρακαλούσαν να είναι βροχερός και δριμύς. Όσο μεγαλύτερη θα ήταν η ένταση της βροχής, όσο περισσότερο φούσκωνε το ποτάμι από τα χιλιάδες κυβικά του νερού, τόσο περισσότερο θα γέμιζε τα φράγμα και τόσο μεγαλύτερα κέρδη θα έφερνε η τεράστια και πολυδάπανη κατασκευή του φράγματος. Τόσο περισσότερο νερό θα αναλογούσε και στο χωριό των ηττημένων, για να καλύψουν μέρος από τα μεγάλα έξοδα της χρονιάς τους, οπότε την ίδια προσδοκία σκληρού χειμώνα είχαν και αυτοί.

Όμως, παρά τις ευχές και τις ικεσίες, τις προσευχές και τα δεήσεις, ο χειμώνας εξελισσόταν ως ο πιο ήπιος χειμώνας των τελευταίων ετών. Οι λίγες και ασθενείς βροχές δεν έφταναν την στάθμη του νερού στο φράγμα ούτε στο ένα δέκατο του ύψους του. Ήδη από τις επενδύσεις θα έπρεπε τα πρώτα έσοδα να είχαν φανεί και ανακουφίσει τους κατοίκους. Η έναρξη των καλλιεργειών πλησίαζε, τα εφόδια λιγόστευαν, οι δανειστές διαμαρτύρονταν. Τα μερομήνια δεν έβγαιναν, τα σημάδια λιγοστά και θολά, η εικόνα ενός πεθαμένου αετού στη βάση του φράγματος κακός οιωνός για τη συνέχεια. Οι λύσεις ήταν λιγοστές, τα χρονικά περιθώρια στενά. Τα δυο χωριά έμοιαζαν τώρα τόσο πολύ. Το νικητής και ηττημένος, πλέον δεν τους ξεχώριζε. Ήταν και οι δυο εν δυνάμει ηττημένοι. Έμοιαζαν σαν δυο καστανοκίτρινα φύλλα, στο κλαδί ενός φυλλοβόλου δένδρου, που ενώ κάποτε με περηφάνια ανεμίζονταν αγέρωχα από τον αέρα, τώρα παρακαλάνε τον αέρα να μην φυσήξει, γιατί αυτό το φύσημα θα τα καταδικάσει στην πτώση και στην αφάνεια. Οι άνθρωποι απομακρύνονται στη χαρά και συμφιλιώνονται στην ήττα. Η κοινή τους ανάγκη για επιβίωση, έκανε τα δυο χωριά να έρθουν το ένα κοντά στο άλλο. Το ένα έδωσε λίγα ξύλα, το άλλο λίγα τρόφιμα, αλλά ήταν τόσο λίγα μπροστά στις ανάγκες και τις υποχρεώσεις τους που το μέλλον τους ήταν τόσο μουντό, όσο και ο χειμωνιάτικος ουρανός που τους καταδίκασε με την πραότητά του.
Η κατάσταση γινόταν όλο και πιο ανυπόφορη. Κάποια λύση έπρεπε να βρουν για να κερδίσουν χρήματα, να πληρώσουν τα δανεικά, να αγοράσουν τρόφιμα, να συντηρηθούν. Κάποιος έπρεπε να τους βοηθήσει. Να τους πει τη θα κάνουν. Να τους βγάλει από το αδιέξοδο. Κάποιος φώναξε: Η σοφή γριά! Τα μάτια των άλλων έλαμψαν. Ναι! Αυτή που είχε περάσει τόσες περιπέτειες στη ζωή της, που ήξερε να επιβιώνει μέσα από τόσες δυσκολίες, που το αίσθημα της αυτοσυντήρησης είχε χαράξει σαν μαχαίρι τόσες ρυτίδες στο πρόσωπό της, ήταν οι μοναδική που τις δύσκολες αυτές ώρες έμοιαζε ο στέρεος φάρος στο μανιασμένο κύμα της θάλασσας της απόγνωσης.
Ξεχασμένοι και παραγκωνισμένη όλο αυτό τον καιρό η γριά γυρόφερνε στο δάσος, τρώγοντας ρίζες, καρπούς θάμνων που τα ονόματά τους μόνο αυτή τα ήξερε, προσεύχονταν για την σωτηρία των ψυχών και ματαιοπονούσε για την προκοπή του κόσμου που την απομάκρυνε και την αψήφησε. Όταν την βρήκαν, μόνο το αίσθημα του εγωισμού θα την έκανε να αρνηθεί την πρόσκληση. Στα μικρά παιδιά, όμως, και στους γέρους ο εγωισμός δεν υπάρχει. Στα πρώτα είναι ακόμα κλειστό μπουμπούκι, που ο μη διαμορφωμένος χαρακτήρας δεν μπορεί να το ανοίξει, στους δε γέρους είναι ώριμο φρούτο που οι πονεμένες εμπειρίες της ζωής το λογίζονται ως μικροπρεπές και ασήμαντο και το ρίχνουν κατάχαμα.
Η σοφή γριά δέχτηκε και τους ακολούθησε στο χωριό. Έμοιαζε πως οι κάτοικοι δεν θα χαίρονταν τόσο αν ξεσπούσε μια δυνατή κακοκαιρία, όσο που είδαν την σοφή γυναίκα να προστρέχει να τους βοηθήσει. Συγκινημένοι από το ανιδιοτελές ενδιαφέρον της, περίμεναν την πρώτη της λυτρωτική κουβέντα. Αφού τις εξήγησαν την δύσκολη κατάσταση που είχαν περιπέσει, ζήτησαν την πολύτιμη συμβουλή της. Μια συμβουλή από χείλη πικρά. Πικρά από δάκρυα που κυλώντας στα ισχνά της μάγουλα κατέληγαν στο στόμα της, τροφοδοτώντας πλέον όλες τις αισθήσεις με την πίκρα της ψυχής που οι ίδιοι άνθρωποι που τώρα την εξυμνούν, παλιότερα την λοιδορούσαν.
Η συμβουλή, όμως, τους δόθηκε. Γιατί η έγνοια της γριάς για αυτούς ήταν αληθινή. Γιατί με τους πατεράδες και τις μάνες τους έζησε μια ζωή μαζί. Και γιατί γι’ αυτό τους θεωρεί παιδιά της που δεν αντέχει να τους βλέπει δυστυχισμένους. Και η σοφή γυναίκα αποκρίθηκε: Γκρεμίστε το φράγμα! Ναι, το φράγμα. Κόψτε τα ξύλα και κάψτε τα για να ζεσταθείτε το χειμώνα. Πουλήστε τα όσο ο χειμώνας διαρκεί και μαζέψτε λεφτά. Ενώστε τα χωριά σας. Τα χωράφια και τα ζώα σας. Γίνεται αγρότες, κτηνοτρόφοι, ξυλουργοί, τεχνίτες και συγκεντρώστε τα έσοδά σας. Οι γυναίκες θα γνέθουν και θα υφαίνουν και οι άντρες θα περιφέρονται στα άλλα χωριά και θα πουλάνε. Όλοι θα μαζί θα δουλεύετε και μαζί θα ξεκουράζεστε. Μαζί θα γλεντάτε και μαζί θα λυπάστε. Θα τρώτε το ίδιο φαγητό και θα φοράτε τα ίδια ρούχα. Και αν κάποιος βρει στο δρόμο χρήματα, δεν θα τα βάλει στην τσέπη του. Θα τα βάλει στο κοινό ταμείο. Η περιουσία σας θα είναι κοινή, όπως και το μέλλον σας. Και εάν σε κάμποσα χρόνια ξεχρεώσετε τα χωριά σας, η περιουσία σας θα είναι το μάθημα που πήρατε και η περιπέτεια που περάσατε. Οι αγωνίες σας και οι ανασφάλειές σας, η λύτρωση και η αισιοδοξία σας. Και αν κάποια στιγμή με διώξατε και με κατακρίνατε, με κατηγορήσατε ότι κάποιοι με βάλανε στο χέρι τους με χρήματα και επηρέασαν την απόφασή μου. Αν μου γυρίσατε την πλάτη και με τη στάση σας με διώξατε από το χωριό, εμένα που μόνο καλό ήθελα να κάνω, δεν σας κρατάω κακία. Έχω μάθει πως στη ζωή το πιο βαρύ φορτίο είναι η κακία. Δύσκολα την κουβαλάς και εύκολα την δίνεις. Κάντε αυτό που σας λέω και κάποια στιγμή θα δείτε προκοπή.
Με αυτά τα τελευταία λόγια της η γριά σηκώθηκε και έκανε να φύγει. Σαν υπνωτισμένοι όλοι έβλεπαν την φιγούρα της να απομακρύνεται και μόνο ο πρόεδρος αντέδρασε και έτρεξε ξωπίσω της. Προσφέρθηκε να της δώσει μέρος για να κοιμηθεί και κάτι να φάει. Αυτή ευγενικά αρνήθηκε. Σπίτι μου είναι το δάσος και τροφή μου οι καρποί του, είπε. Ο πρόεδρος την ευχαρίστησε, της έδωσε μια μαγκούρα και έμεινε να βλέπει την μορφή της να χάνεται σιγά σιγά καθώς χώνονταν ανάμεσα στις πυκνές οξιές και τις φτέρες.
Η γριά θα είχε περπατήσει, ήδη, περίπου μια ώρα μακριά από το χωριό, όταν πίσω της άρχισε να ακούει τον υπόκωφο βαρύ ήχο που κάνουν τα τσεκούρια όταν πέφτουν με δύναμη πάνω στους κορμούς και το συνεχόμενο σύρσιμο του μετάλλου που κόβει το ξύλο. Το φράγμα αρχίζει να πέφτει, όπως η γριά τους συμβούλεψε. Κοντοστάθηκε, πήρε δυο ανάσες, σκέφτηκε κάτι που έκανε το ταλαιπωρημένο της πρόσωπο να φωτιστεί από ένα χαμόγελο, στηρίχθηκε στη μαγκούρα της και συνέχισε να βαδίζει.
Το δάσος και το ποτάμι είχαν γίνει πραγματικά το σπίτι της γριάς τρία χρόνια τώρα από τότε που έφυγε από το φτωχικό καλύβι της στο χωριό, έπειτα από την αποδοκιμαστική στάση που δοκίμασε από τους συγχωριανούς της. Αυτή που μόνο καλό ήθελε να κάνει, βρέθηκε να περιπλανιέται ολομόναχη, ρακένδυτη και νηστική, μα το χειρότερο, έχοντας στις πλάτες της αξιοπρέπειά της πληγωμένη. Σε αυτά τα χάλια, περιπλανιόταν, όπως τώρα, σύρριζα στο ποτάμι, μέχρι που μετά από πολλές ώρες κατάκοπη και νηστική, είδε να ξεπροβάλλονται τα πρώτα σπίτια ενός χωριού, στην πλαγιά της χαράδρας. Ένας βοσκός που είχε κατεβάσει τα ζωντανά του στο ποτάμι να ποιούν νερό, τρόμαξε αρχικά στην εικόνα της ημιλιπόθυμης γριάς, αλλά προσφέρθηκε να την βοηθήσει στη συνέχεια προσφέροντάς της νερό, ψωμί και λίγο τυρί που του είχε απομείνει. Την ανέβασε μαζί του στο χωριό, την έβαλε στο σπίτι του και την άφησε να κοιμηθεί. Την επόμενη μέρα και άλλη συγχωριανοί συγκινημένοι με το δράμα της γριάς προσέτρεξαν στο σπίτι του βοσκού να δουν την καλοκάγαθη γιαγιούλα και να της προσφέρουν άλλος κάποιο ρούχο, άλλος μια ζεστή γωνιά, άλλος λίγα τρόφιμα, ότι είχε στη διάθεσή του ο καθένας μιας και το χωριό ήταν πολύ φτωχικό. Στηριζόταν αποκλειστικά στην κτηνοτροφία και τα λίγα τους έσοδα έφθαναν μόλις για να ζεσταθούν και να αγοράσουν τρόφιμα. Η φιλοξενία όμως, περίσσευε και δίνονταν στη γριά απλόχερα. Την έκαναν να τους αγαπήσει αμέσως και να τους υπόσχεται πως κάποια μέρα θα τους ξεπληρώσει το καλό που τις κάνανε. Οι συγχωριανοί της πλέον, χαμογελούσαν κάθε φορά που την άκουγαν να το λέει και χαϊδεύοντας της το χέρι της έλεγαν πως δεν τους οφείλει τίποτα. Αυτή όμως, είχε ορκιστεί να τους ανταποδώσει το καλό.
Όπως τότε, έτσι και τώρα η γριά φεύγοντας από το χωριό που της ζήτησαν την συμβουλή της, πήρε το μονοπάτι δίπλα από το ποτάμι. Μπορεί τότε να πήγαινε στο άγνωστο μην γνωρίζοντας που θα καταλήξει, τώρα όμως, πήγαινε σε κάτι γνωστό, στο χωριό που είχε πλέον το σπίτι της, την ζεστασιά της και εντελώς ανέλπιστα ανθρώπους να την αγαπούν και να τη σέβονται. Ότι αποζητά ένας άνθρωπος στα γεράματά του από τη ζωή. Πήγαινε εκεί που είχε δώσει την τελευταία υπόσχεσή της. Υπόσχεση για ανταπόδοση.
Μπήκε στο χωριό και περπάτησε μέχρι την πλατεία. Εκεί, όπως είχε κανονίσει, την περίμεναν οι συγχωριανοί της με επικεφαλής τον πρόεδρο του χωριού. Την καλοδέχθηκαν, ανησύχησαν από την προηγούμενη μέρα που έφυγε, την έβαλαν να καθίσει και την άφησαν να ξεκουραστεί για λίγο.
Η γριά έμοιαζε με υπουργό στο γραφείο του, που δέχεται τους διευθυντές του να τους δώσει εντολές. Η οξύτητα στο πνεύμα της γριάς έκανε αυτή την παρομοίωση πιο αληθοφανείς και με αυτή την αίσθηση ο πρόεδρος του χωριού πήγε κοντά της. Η γριά σήκωσε το κεφάλι και ένα μεγαλύτερο χαμόγελο από το προηγούμενο, αυτή τη φορά έκανε όλο της το πρόσωπο να λάμπει. Το βλέμμα της πιο καθαρό από ποτέ έκανε τα λόγια της ξεκάθαρα και κατανοητά.
- Φτιάξατε τα κανάλια στα χωράφια σας; ρώτησε η γριά.
- Μάλιστα, αποκρίθηκε ο πρόεδρος.
- Απομακρύνατε τα μαντριά από το ποτάμι; Κόψατε μεγάλους κορμούς, φωνάξατε τεχνίτες;
- Όλα είναι έτοιμα. Όπως μας συμβουλέψατε. Το φράγμα είναι σχεδόν έτοιμο!
- Πολύ ωραία! Θαυμάσια! Το χαμόγελο της γριάς πλέον, ήταν τόσο μεγάλο και εκφραστικό που διακρινόταν από όλους τους χωριανούς στην πλατεία. Δεν είχαν προλάβει να εξηγήσουν ακόμα το τεράστιο εργοτάξιο που είχε στηθεί στο χωριό τους, μα έμοιαζε σαν η αρχή για μια καλύτερη μέρα, για ένα πιο αισιόδοξο αύριο. Το μόνο που ήξεραν, ήταν πως η καλή γριά που κάποιοι την έλεγαν καλή μάγισσα, είχε βάλει το χέρι της στο να γίνουν όλα αυτά τα έργα και πως κάτι σημαντικό ανέμενε από αυτή να του ανακοινώσει ο πρόεδρος. Αυτό το σημαντικό δεν άργησε να το ακούσει από τα χείλη της γριάς.
- Τώρα είμαστε έτοιμοι, του είπε αφού πρώτα σηκώθηκε από την καρέκλα της. Το χωριό σας θα έχει το δικό του φράγμα, το μοναδικό φράγμα που θα εκμεταλλεύεται το νερό που θα καταβαίνει από το βουνό μιας και το πάνω φράγμα αυτή τη στιγμή θα έχει καταστραφεί. Σε λίγο αρκετό νερό θα κατέβει από το ποτάμι, ικανό να γεμίσει το ένα τρίτο του φράγματός σας. Με αυτό θα αρχίσετε να ξεδιψάτε τα ζωντανά σας χωρίς να κατεβαίνετε στο ποτάμι και το καλοκαίρι να ποτίζετε τα χωράφια σας! Μέχρι να βγει ο χειμώνας θα έχετε μαζέψει αρκετό νερό για όλο το καλοκαίρι! Να είστε αγαπημένοι και να θυμάστε πάντα πως είναι ευλογημένος όποιος βοηθάει τους αδύναμους!
Οι χωριανοί μην μπορώντας να ακούσουν τη έλεγε η καλή γριά, την έβλεπαν απλώς όρθια να μιλάει στον πρόεδρο, αυτός κάποια στιγμή να σκύβει και να της φυλάει το χέρι και αυτοί κοιτώντας προς το πλήθος να κοντοστέκεται σαν να θέλει να τυπώσει στο μυαλό της την εικόνα. Ύστερα να γυρνάει και να απομακρύνεται με ένα ελαφρύ βάδισμα που νόμιζες πως την μαγκούρα την κουβαλάει χωρίς να την ακουμπάει στο έδαφος. Κάποιος που βρέθηκε δίπλα της, είπε πως την άκουσε να μονολογεί : «Η ζωή εν τέλει, είναι μια τραγωδία, μα σαν πάρεις το χαμπάρι τούτο έχει αδυσώπητη πλάκα».
Η γριά μετά από δύο μέρες πέθανε. Μέσα στην καλύβα της μια χειμωνιάτική νύχτα. Κάποιος άκουσε τρανταχτά γέλια εκείνο το βράδυ να βγαίνουν από την καλύβα της.

Τόσοι μπήκαν, αλλά πόσοι βγήκαν;